Lovers and Lairs



He got lost in the thick lushness
trying to find a path to the sea.
We stood above waiting.
He climbed back up huffing:
“Let’ s go further, the slope here
is steep,
but they were fine, they were beautiful,
uncovered among the trees
one body the two of them,
joined together.”

Like a valued trophy
of the most innocent exploration
he pointed out to us the couple later,
when they as well descended to the beach.


Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη-
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,

Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.



We met after some time
and it was as if we started from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
the desire which blazed
because it awaited your body,
the harmonic junctions and its lines.

I sought its weight,
I sought its rage.


Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του.

Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.



The share of the square,
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather,
flooding the sidewalks,
not leaving an empty table.

The futility and the sensual life of the city
are drowned together, dissolved
into the sweet evening.

And yet it was inescapable:
here where beauty thickened
I entered with awe.


Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι η τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.


He impudently said to me:
“Your poems are flooded with sensualism and passion
and something related,
something exquisite
I expected from you
the few times we made love-
but I can’t conceal from you
that you have disappointed me”

For his own performance
in bed
and my appraisal of it,
he neither asked
nor cared to know.


Ασύστολα μου ανέφερε:
«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν
από αισθησιασμό και φλόγα
και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό
περίμενα από σένα,
τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.
Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».

Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,
και πώς τις έκρινα,
δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.



After the concert
we packed into the car.
Of her four sons
she sat with the youngest in her lap.
All the way back she ignored us.
His blond hair, his tender body,
which in a short time would ripen,
she counted more important.

The group wanted her to be exciting
but she wasn’t in the mood
-she knew her youth was fading away.
She fondled him and kissed him.


Μετά τη συναυλία
χωθήκαμε στο αυτοκίνητο.
Από τους τέσσερις γιούς της
κάθησε με το μικρότερο στην αγκαλιά της.
Σ’ όλη τη διαδρομή μας παράτησε,
τα ξανθά μαλλιά του,
το τρυφερό σώμα του
που σε λίγα χρόνια θα μέστωνε
μετρούσαν περισσότερο.

Η παρέα ήθελε νεύρο
αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση
-έβλεπε τα νιάτα της να χάνονται,
τον έτριβε και τον φιλούσε.



For a long time he laid siege to her
and when he found her on the beach
among acquaintances and friends,
he spread his towel beside her,
and as they lay very close, he touched her.
He got lucky
and was somehow surprised
by her immediate response:
she stood up and led him
to a secluded beach.
Remote, they stopped,
and from experience gained from former
love affairs
she knew the heat
she caused when stark naked.
She threw off the final piece
and started going in and out of the water.
She got in and out many times
and flamboyantly,
as if to tell him:
“ You will die adoring me”


Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους-
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιξε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
-γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».